Η Ελλάδα που ξέχασε τον εαυτό της
Ζούμε σε μια χώρα που έχει το θράσος να επικαλείται την Ιστορία της, αλλά δεν τη γνωρίζει. Που καμαρώνει για τους αρχαίους της προγόνους, ενώ δεν τους έχει διαβάσει ποτέ.
Που μιλά για αξίες, αλλά τις έχει κάνει λάστιχο για να χωρούν στα στενά πλαίσια της βολής της.
Ζούμε στην Ελλάδα του «δήθεν». Του απόλυτου τίποτα.
Ο σύγχρονος Έλληνας δεν μοιάζει σε τίποτα με τον Αθηναίο που στάθηκε μπροστά στον Άρειο Πάγο και υπερασπίστηκε το δίκαιο, ούτε με τον Σπαρτιάτη που πολεμούσε για την πατρίδα, την πειθαρχία και την τιμή. Ο σημερινός Έλληνας δεν ξέρει καν τι σημαίνει «τιμή». Ξέρει μόνο να ζητά: μόρια, επιδόματα, βόλεμα, εξαίρεση, διευκόλυνση. Διαπλέκεται με το πολιτικό σύστημα και τους πολιτευτές, βουλευτές, υπουργούς σε μια σχέση δούναι και λαβείν. Και όταν δεν εξυπηρετείται, έστω και μία φορά, φωνάζει για «αδικία».
Ο Νεοέλληνας έχει γίνει διχασμένη προσωπικότητα. Με το ένα χέρι σηκωμένο να φωνάζει για δικαιώματα και με το άλλο να απλώνει παλάμη για επίδομα, διορισμό, χάρη. Διεκδικεί δικαιοσύνη, αλλά παρακάμπτει τον νόμο «γιατί όλοι το κάνουν».
Θυμώνει για τις αδικίες, αλλά ζητά εξαίρεση για τον εαυτό του. Δεν ζητά να αλλάξει το σύστημα – ζητά να το εκμεταλλευτεί. Δεν θέλει ισότητα – θέλει προτεραιότητα. Έμαθε να φωνάζει χωρίς να πράττει, να καταγγέλλει χωρίς να αναλαμβάνει ευθύνη. Γι’ αυτό και δεν φτιάχνουμε ποτέ τίποτα: γιατί όλοι φωνάζουμε απ’ έξω, αλλά μόλις μπούμε μέσα, φερόμαστε ακριβώς το ίδιο.
Το σχολείο δεν είναι πια χώρος μάθησης. Είναι πάρκινγκ για να παρκάρουμε εκεί τα παιδιά μας όσο δουλεύουμε. Το μάθημα δεν είναι γνώση – είναι αγγαρεία. Ο καθηγητής δεν είναι πια πρότυπο – είναι υπάλληλος, που πρέπει να «προσέχει μην τυχόν βαθμολογήσει με ειλικρίνεια». Κι αν τολμήσει να απαιτήσει, να ανεβάσει τον πήχη, πέφτουν πάνω του οι γονείς – οι ίδιοι που καμαρώνουν για τον «πολιτισμό» των αρχαίων αλλά απαιτούν να περάσει ο γιος τους «για να μην μείνει πίσω».
Δεν μαθαίνουμε ιστορία – αντιγράφουμε life style. Πιθηκίζουμε κάθε τι εισαγόμενο, αρκεί να έχει followers. Παιδιά μεγαλώνουν με idοls από ριάλιτι, με influencers που δεν μπορούν να αρθρώσουν πέντε λέξεις χωρίς να βρίζουν. Ούτε λόγος για Σεφέρη, για Παπανούτσο, για Παλαμά ή Ρίτσο.
Δεν μαθαίνουμε πια τον αλληλοσεβασμό – μαθαίνουμε την επιβολή. Δεν καλλιεργούμε την αλληλεγγύη – καλλιεργούμε τον ανταγωνισμό. Δεν ψάχνουμε το κοινό καλό – κοιτάμε να σωθούμε μόνοι μας, αν γίνεται πατώντας επί πτωμάτων. Και τα παιδιά μας, δυστυχώς, δεν τα μεγαλώνουμε – τα εξαγοράζουμε. Με κινητά, με ρούχα, με δικαιολογίες, με ενοχές. Και περιμένουμε να γίνουν Άνθρωποι, ενώ τα διδάσκουμε μόνο πώς να γίνονται «βολεμένοι».
Το χειρότερο δεν είναι ότι ξεχάσαμε. Το χειρότερο είναι ότι δεν ντρεπόμαστε που ξεχάσαμε. Δεν αισθανόμαστε καν τη γύμνια μας.
Το ψέμα έχει γίνει κυβερνητικό εργαλείο. Η συγκάλυψη πολιτική τακτική.
Δεν είναι πια «μεμονωμένα περιστατικά». Είναι καθεστώς.
Από τα Τέμπη, όπου θυσιάστηκαν άνθρωποι και κανείς δεν παραιτήθηκε με αξιοπρέπεια, μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ, που έγινε σύμβολο του πώς μια κυβέρνηση μπορεί να μιλά για διαφάνεια ενώ χτίζει μηχανισμούς διαπλοκής πίσω από κλειστές πόρτες.
Όταν στήνουν εξεταστικές όχι για να αποδοθεί δικαιοσύνη αλλά για να θολώσει το τοπίο, τότε η δημοκρατία γίνεται ντεκόρ. Και όταν όλα αυτά τα διαχειρίζεται ένας Πρωθυπουργός που μιλάει για θεσμούς αλλά κυβερνά με μηχανισμούς, τότε δεν έχουμε απλώς πρόβλημα πολιτικής – έχουμε πρόβλημα αλήθειας.
Η Ελλάδα δεν θα σωθεί με επιδοτήσεις, με ψηφιακές μεταρρυθμίσεις και με λογιστικές τακτοποιήσεις. Θα σωθεί όταν ξαναβρεί την ψυχή της. Όταν σταματήσει να λέει «είμαστε οι απόγονοι» και αρχίσει να προσπαθεί να γίνει – έστω και λίγο – αντάξια εκείνων των προγόνων. Των αληθινών. Όχι των φαντασμένων που βάζουμε στα memes και στα παχιά λόγια.
Γιατί αυτή η χώρα δεν χρειάζεται νέες υποσχέσεις. Χρειάζεται νέους ανθρώπους. Με μνήμη, με κρίση, με ευθύνη.
Ο Βαλτινός









